Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Για την ταινία « Ου φονεύσεις» ( «μικρή ιστορία για ένα Φόνο»)από τον Δεκάλογο του Κισλόφκσι, του Πέτρου Θεοδωρίδη *



Για την ταινία « Ου  φονεύσεις» ( «μικρή  ιστορία για ένα  Φόνο»)από τον Δεκάλογο  του Κισλόφκσι,
του Πέτρου  Θεοδωρίδη *
 Η ταινία  του μεγάλου πολωνού σκηνοθέτη Κισλοφσκι,  Ου φονεύσεις , ( αρχικός  τίτλος «Μικρή  ιστορία για ένα Φόνο», περιέχεται στον γνωστό   εργο του «Δεκάλογος», 1988 )ήταν εμπνευσμένη από  την  αληθινή  ιστορία της δολοφονίας ενός ταξιτζή της Βαρσοβίας και της εκτέλεσης του νεαρού δολοφόνου του. Πρόκειται για μια ιστορία για δυο φόνους : στον πρώτο ένας νεαρός 20 χρονών, ο Γιάτσεκ  σκοτώνει  με  θηλιά- από λεπτό σχοινί - έναν μεγαλύτερο του ταξιτζή. Στον δεύτερο  φόνο , μια πολύ μεγαλύτερη σε μέγεθος και θανατερή  παγερότητα θηλιά, περιμένει  τον νεαρό : η θηλιά  του Νόμου.
Ας θυμηθούμε  μερικές  σκηνές  και το κλίμα της ταινίας : Τον  ταξιτζή ικανοποιημένο με τον εαυτό του ,κενό, μια παλιά φθαρμένη  φωτογραφία ενός  κοριτσιού ,τον νεαρό δικηγόρο  που δίνει  εξετάσεις για την άδεια άσκησης επαγγέλματος, το ξαφνικό ξέσπασμα βίας  του νεαρού στα ουρητήρια, τον Γιάτσεκ  να κοιτά έναν  αστυνομικό , να ετοιμάζει μια θηλιά,  την  σκηνή του φόνου ,τον  λασπωμένο δρόμος ,το τραίνο που περνά. Πρόκειται  για  ένα μουλωχτό δύσκολο θάνατο για ένα  έγκλημα σε συνέχειες, απεχθές  και μακάβριο: Ο Γιάτσεκ πνίγει  τον ταξιτζή  με  σχοινί , τον χτυπά, του σπάει το κεφάλι με πέτρα, ακούει την μουσική του ραδιοφώνου , τρώει το μισοτελειωμένο σάντουιτς  που έχει αρχικά  ταΐσει έναν σκύλο. Και γύρω  διάχυτο και υπόκωφο  το κλίμα της κακίας και αγένειας ,η εσωτερικευμένη βία της πόλης: κάτω από τον πάγο βράζει  η οργή.
Ας   θυμηθούμε  τώρα το δεύτερο μέρος :Ο δικηγόρος  του Γιάτσεκ   έχασε η μηχανή της δικαιοσύνης  κινείται : Ο δήμιος και  ο δικηγόρος μπαίνουν  στη φυλακή, η πόρτα της φυλακής κλείνει  πίσω τους . Ο Γιατσεκ θέλει να μιλήσει,  να εξομολογηθεί να εξηγήσει γιατί το έκανε στον δικηγόρο .είναι η πρώτη φορά που δείχνει την ανθρωπιά του Η γέννηση του γιου του Δικηγόρου, αντίστιξη :στο βάθος έχουμε την μητέρα του Γιατσεκ που κλαίει δεν μιλά, δεν κραυγάζει, κλαίει  σιωπηλά. Ο Γιατσεκ γίνεται τώρα  ανθρώπινος ,συμπαθητικός, γλυκός ,ένα  παιδί  «θέλω-λέει - να με θάψουν διπλά στον πατέρα μου, θέλω μια θέση διπλά στον τάφο του και τον τάφο της αδελφής μου Μαρίας. Είναι μαζί: όταν η Μαρία  ήταν  12 την  παρέσυρε ένα τρακτέρ – ο οδηγός ήταν   μεθυσμένος , αχ !!αν η Μαρία ζούσε» καταλήγει  ο Γιατσεκ  και κλαίει  και    αναδύεται   μια παράξενη θερμότητα σαν αυτή που αφήνουν   οι πάγοι  όταν λιώνουν .
Έχουμε  στην ταινία δυο απεικονίσεις   της βίας  και του φόνου: Η πρώτη βία ενέχει κάτι το απάνθρωπα ανθρώπινο. Σχεδόν γελοίο, τραγικά γελοίο.     
 Η δεύτερη   βία  είναι  απάνθρωπη με την απανθρωπιά της μηχανής: 1987. Το Πολωνικό κράτος  ,ως υπαρκτός σοσιαλισμός ,πεθαίνει, ξεψυχά. Και  μας παγώνει με την κενή, ανόητη,  ψυχρότητα του .
Το τέλος της ταινίας: η τελευταία επιθυμία του Γιατσεκ , ένα τσιγάρο χωρίς φίλτρο, ο Γιατσεκ ουρλιάζει, ξεσπά ,αίφνης ο πόνος   αναδύεται , ακούγεται από το τηλέφωνο η  απάνθρωπη  φωνή του Νόμου: «Εκτελέστε την ποινή» , επικρατεί  πανικός ακόμα  και στον δήμιο. Στο τέλος  βλέπουμε σε μια ερημική περιοχή ,τον δικηγόρο  μέσα στο αυτοκίνητο του να κλαίει, και κάπου  έξω , ένα  μικρό έντονο φως να αναδύεται ,ένα  φως  σαν   εκείνο του Αυγερινού.
Ας συνεχίσουμε  την  ανάλυση  της ταινίας σε δυο επίπεδα :Κατ’  αρχάς το κοινωνικό περιβάλλον της  Πολωνίας, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του  80 όπως μας το  παρουσιάζει  ο Κισσλόφσκι: Το φιλμ  γυρίστηκε  στην Βαρσοβία  και στα περίχωρα της, παρουσιάζοντας την με έναν ιδιαίτερα πρασινωπό τρόπο- με ειδικά φίλτρα που έφτιαξε   ο οπερατέρ της ταινίας  όχι με το πράσινο της  άνοιξης και της ελπίδας  αλλά με ένα  πράσινο που έδειχνε τον κόσμο σκληρό , μουντό και άδειο. Το ύφος του οπερατέρ, ο  τρόπος που λειτούργει ο  φακός σε αυτή την  ταινία –,ταιριάζουν απόλυτα με το θέμα :Η πόλη φαίνεται άδεια ,θλιβερή ,ανόητη ,όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Σιγά  σιγά  διακρίνουμε κάτω από την επίπεδη επιφάνεια την παρόρμηση της τυφλής βίας που εκπροσωπεί  ο Γιατσεκ. Κάτι  τρίζει, κάτι υποχθόνια σκάβει από κάτω .Η ταινία καταγράφει ένα  βουβό κόσμο , όπου τα λόγια δεν έχουν πέραση, βουβό και άνευ νοήματος , έναν νικημένο – ξέπνοο κόσμο. Την   αναπαράσταση ενός κόσμου πριν από τις  Δέκα εντολές - ενός κόσμου πριν από τον νόμο  δηλαδή τον λόγο, ενός κόσμου α-λογου, δηλαδή α – νόητου.
 Σε   μια  συνέντευξη του , αργότερα, ο Κισσλοφκσι αναφέρεται στους τρεις λογούς για τους οποίους  έκανε  αυτή την ταινία .
 Ο 1ος  για να καταγγείλει το σύστημα της θανατικής ποινής , ο 2ος  για να δείξει την  σκληρότητα και το αποτρόπαιο κάθε φόνου είτε  ατομικού είτε  κρατικού. Ο 3ος – μας λέει ο Κισσλοφσκι -ήταν  για να περιγράψει  τον πληκτικό κόσμο της τότε Πολωνίας’’ ενός κόσμου «πληκτικού και τρομερού» όπου οι άνθρωποι «όχι μόνο δεν  νιώθουν οίκτο όχι   μόνο δεν αλληλοβοηθούνται αλλά κάνουν ότι μπορούν  για να  φέρνουν εμπόδια ο ένας στον άλλον, έναν κόσμο  όπου οι άνθρωποι  απεχθάνονται ο ένας  τον άλλον, έναν κόσμο από μοναχικούς ανθρώπους»
Το 1987 , η λαϊκή δημοκρατία της Πολωνίας πνέει τα λοίσθια . Ήταν μια  ζωντανή νεκρή κοινωνία, μια κοινωνία σε βαθιά βαρεμάρα. Όμως , ας σκεφτούμε , μήπως  η ταινία  αφορά στην κάθε α-νόητη κοινωνία, την κάθε κοινωνία σε κρίση  άρα και την σύγχρονη   δική μας κοινωνία;
το  δεύτερο επίπεδο  της ανάλυσης μας  είναι ατομοκεντρικό: θα ήθελα να συγκρίνω τον Γιατσεκ  με   έναν πολύ γνωστό μυθιστορηματικό αντιήρωα , τον Ξένο του Καμύ ,αλλά και τους ήρωες του μεγάλου μυθιστοριογράφου της  αλλοτρίωσης  του Κάφκα
Κατ’ αρχάς  ο Ξένος (1942)του Καμυ έχει  ένα χαρακτηριστικό που τον κάνει αν μοιάζει  με τον αντιήρωα  του Κισσολφσκι ,την  απάθεια μπροστά  στον θάνατο και τον φόνο :Θυμίζω πως ο Ξένος  ξεκινά με την φράση: “ «Σήμερα, η μαμά πέθανε. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω »Ο Μερσώ, ένας αδιάφορος Γάλλο-Αλγερινός, μετά την παρουσία του στην κηδεία της μητέρας του,(όπου δεν έκλαψε) σκοτώνει απαθώς έναν Άραβα στο Γαλλικό Αλγέρι. Η ιστορία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: πριν και μετά τον φόνο.(όπως και η ταινία του Κισσλόφκσι ). Ο Μερσώ κάνει ένα  ανεξήγητο έγκλημα σκοτώνοντας τον Άραβα  δεν προσπαθεί καθόλου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παρακολουθεί με απάθεια την δίκη του .Ο εισαγγελέας, για να πείσει πως πρόκειται για πράξη απεχθή και προμελετημένη, στηρίζει την αγόρευσή του στο γεγονός πως δεν δήλωσε ποτέ μετάνοια δεν έκλαψε  στην κηδεία   της μάνας του. Όλα αυτά οδηγούν το Μερσώ στην καταδίκη και στη λαιμητόμο.  
Ας συγκρίνουμε   τώρα τον  Γιάτσεκ του Κισσλόφκσι με τον  Ξένο  του Καμύ :Αν ο εκτυφλωτικός ήλιος οδηγεί τον Ξένο  στο να σκοτώσει, δεν έχουμε  την αίσθηση πως το πρασινωπό  χρώμα της απέχθειας  και της πλήξης , είναι εκείνο που φταίει για την αντι κοινωνικότητα του Γιατσεκ;
Όμως στον ξένο η απάθεια  του δολοφόνου  είναι πλήρης και  φτάνει μέχρι το τέλος ενώ στο «Ου φονεύσεις» η αδιαφορία σπάει στο δεύτερο  μέρος –όπου ο δολοφόνος γίνεται ένα  σχεδόν συμπαθητικό παιδί, που η επιθυμία του είναι να τον θάψουν πλάι στον πατερά και την αδελφή Του.
Η ομοιότητα επίσης  ανάμεσα στον ξένο και  στην ταινία του Κισσλόφκσι αφορά επίσης  και στην Δικαιοσύνη:  και στις  δυο περιπτώσεις  και στον Ξένο  και στο Ου φονεύσεις είναι κυρίως ο μηχανισμός  της δίκης  που είναι παράλογα  απάνθρωπο.
Ο  δεύτερος   συγγραφέας που μπορεί  να συσχετιστεί  με την ταινία  αυτή είναι βέβαια ο Κάφκα ο κατ ’εξοχήν συγγραφέας που έδειξε το παράλογο, ακατανόητο στοιχείο του σύγχρονου Νόμου, Στη Δίκη κεντρικό πρόσωπο είναι ο Γιόζεφ Κ. που  η ισορροπία της ζωής του ανατρέπεται όταν δύο άγνωστοι χτυπούν την πόρτα του και του ανακοινώνουν ότι ήρθαν να τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Σιγά σιγά ανακαλύπτει πως  ολόκληρο το περιβάλλον του, ολόκληρος ο κόσμος γίνεται προέκταση του δικαστηρίου
«Ένα βράδυ δύο μαυροντυμένοι άνδρες του ζητούν να τους ακολουθήσει ως την άκρη της πόλης. Ανίκανος πια να καταλάβει αλλά και να αντιδράσει, ο Γιόζεφ Κ. τους ακολουθεί σ' ένα έρημο λατομείο, για να εκτελεστεί σε λίγο ψυχρά και απάνθρωπα με μια μαχαιριά στο στήθος ’’Σαν το σκυλί’’ σκέφτηκε καθώς έχανε τη ζωή του ο Γιόζεφ Κ. «λες και η ντροπή θα εξακολουθούσε να υπάρχει  και μετά το θάνατο του».
 Όμως   εκείνο  το έργο  του Καφκα που μου φαίνεται πιο κοντινό με τον απάνθρωπο μηχανισμό του Νόμου που  διαφαίνεται στην ταινία του Κισσλόφσκι ,είναι η Σωφρονιστική αποικία :Σ’ αυτήν ένας ερευνητής επισκέπτεται μια αποικία και ετοιμάζεται  να παρακολουθήσει μια δημόσια εκτέλεση.Υποψήφιο θύμα ένας στρατιώτης, ο οποίος τιμωρήθηκε για απειθαρχία. Ο στρατιώτης θα υποστεί ένα φριχτό βασανιστήριο. Ένας εγγραφέας θα χαράξει πάνω στο κορμί του το απόσπασμα του νομικού κώδικα που παρέβη. Υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία - μηχανήματος είναι ένα αξιωματικός ο οποίος γεμάτος περηφάνια εξηγεί στον επισκέπτη πώς το μηχάνημα αυτό με τη βοήθεια ειδικών βελόνων και κατάλληλου προγραμματισμού χαράσσει στο κορμί του τιμωρημένου την εκάστοτε ποινή. Στη συνέχεια, ο αξιωματικός απελευθερώνει τον κατάδικο και παίρνει αυτός τη θέση του:εισέρχεται εθελοντικά στο Μηχάνημα -προσπαθώντας  να απολαύσει την τιμωρία του  και ταυτόχρονα να επιβεβαιώσει την λειτουργία του Νόμου,. Όμως το μηχάνημα υφίσταται μια απροσδόκητη βλάβη, αποσυντονίζεται  και –ότι πριν ήταν μια τελετουργική τιμωρία –καταλήγει σε ένα παράλογο φονικό μακελειό: το μηχάνημα διαλύεται και τον κάνει κομμάτια.
Θα ήθελα επίσης να θυμίσω μια γνωστή παραβολή πάλι του Κάφκα, τον  μύθο «Ενώπιον του Νόμου» όπου ο Χωρικός που περίμενε για χρόνια ολόκληρα μπροστά στη Πύλη του Νόμου λίγο πριν ξεψυχήσει, «γνέφει αδύναμα στο φύλακα, γιατί δεν μπορεί πια να σαλέψει το σώμα του». Ο φύλακας καταλαβαίνει πως ο άνθρωπος είναι πια στα τελευταία του, πως η ακοή του σιγά σιγά τον εγκαταλείπει, και γι' αυτό φωνάζει δυνατά, σκύβοντας κοντά του: "Κανείς άλλος δεν μπορούσε να περάσει τούτη την πόρτα. Ήταν προορισμένη μόνο για σένα. Τώρα, θα την κλείσω".
Και θα ήθελα  να θυμίσω  μια σκηνή ,  από το δεύτερο μέρος της ταινίας ου  φονεύσεις ‘’ θυμηθείτε  το ξεκίνημα της διαδρομή; με το ταξί,(της  αμετάκλητη διαδρομή του  κάκου ,δηλαδή του φόνου έχουμε έναν  τροχονόμο που ίσως είναι ο απεσταλμένους του θεού , (ή του Μολώχ )που κρατά ένα αριθμημένο   πλακάτ  και   είναι σαν  να  δίνει το σήμα για να αρχίσει να μετρά ο χρόνο του φόνου.
Νομίζω  πως ο  Κάφκα όπως βεβαία και ο Καμύ  μας δίνουν τα κλειδιά για να καταλάβουμε και τη ταινία  του Κισσλοφκσι: ο νόμος σε μια κοινωνία χωρίς νόημα   γίνεται μηχανή: άτεγκτη  α-νόητη , αβαθής, αμετάκλητη παγερή  μηχανή.

*Εισήγηση  του Πέτρου Θεοδωρίδη  για την ταινία  Δεκάλογος- 5 «Ου Φονεύσεις» στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Σερρών στον κύκλο εισηγήσεων  και διαλόγου ‘Ψηφίδες   Ψυχολογίας στις  30- 5 -2016(Εισηγητές  Πέτρος Θεοδωρίδης , Μιχάλης  Σωτηρίου)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ(ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΉ)
ΚRZYTSZOF  KIESLOWFSKI, 36ο  Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης . Οργανισμός Πολιτιστικής πρωτεύουσας Θεσσαλονίκης ,Εκδόσεις   Καστανιώτη  1997
 Αλμπερ Καμύ, Ο Ξένος, Μτφ:Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν,  εκδόσεις  Καστανιώτη 1998
Φρανς Κάφκα,  Η  Δίκη. μτφ Αλέξανδρος Κοτζιας ,Κέδρος 2009
Φρανς Κάφκα  , Στη σωφρονιστική αποικία  μτφ Σάββας  Στρούμπος Νεφέλη  2009
Ρήγου Μυρτώ, Εκδοχές του Νομού, Kant , Sade,  Kafka , Πλέθρον 2011


Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

τι θα απογινεις αραγε της Μνημης Φυσσαλιδα; Μές της Πανδωρας το κουτι δεν εμεινε ελπίδα( συμμετεχει κι ο ΜΕΓΑΣ tamistas και ο Θήτα Ιώτα )




όταν μας επισκέπτεται η Θεια Ακηδία

καμιά φορά Βυθίζομαι  σε τρυφερή  ανία 

και καταργείται μέσα μου του χρόνου η Μαγεία 

το παρελθόν και το Παρόν γίνονται ένα Μάγμα 

 και μοιάζουν τα μελλούμενα να λάμπουνε σα Θαύμα ..

  ---------------------------------------


και ξαναγίνομαι μικρός  με το ποδήλατο μου

κι είναι η αγάπη μου, Μικρο τρεχαλητό μου

η Μνήμη είναι η αγάπη μας, και τα Υπάρχοντα μας 

τα παιδικά μας όνειρα ,τα άδεια Μυστικά μας 

 

 

 Γλιστρώ με το ποδήλατο , κυλάει το ποτάμι

-ήμουν αδύνατος πολύ ,  χωρίς να βάζω δράμι-

στις καλαμιές  της λίμνης μου, στους Ήχους των Βατράχων 

θυμάμαι που ψαχούλευα Μυστήρια των Βράχων ..

 

Τα βράδια   ολο κοίταγα την λαμπερή  σελήνη

Θυμάμαι με γοήτευε του Φεγγαριού η σαγήνη...

είναι η μνήμη σαν κερί ,που καίει και μας λιώνει

είναι η ,μέσα μας , φωνή που λέει: είμαστε Μόνοι

 

 

είναι η γεύση που 'χαμε  των παιδικών μας χρόνων 

η μυρωδιά Βρεγμένης  γης, στο Βάθος των αιώνων 

 Είναι της απουσία μας , η Γεύση, της Αγάπης 

τα Δέντρα π'αγαπησαμε , αφή μιας αυταπάτης .

 

όσα αρχικά χαράξαμε με να μικρό μαχαίρι 

εκείνη που κρατήσαμε, κάποτε , χέρι -χέρι 

είναι όσα ελπίσαμε ,σαν τα κεριά  που έσβησαν

Όνειρα όμως ήτανε  , και όσο Ζήσαν, Ζήσαν

 

προφέρουμε τις λέξεις μας   σαν προσφορο σε Λίμνη

κι είναι της Λίμνης το Νερό,η χρονοβόρα Μνήμη

Η Μνήμη είναι βάλσαμο μα είναι και Φαρμάκι

Πλάι στη Λίμνη Φύτρωσε ένα Μικρό Δεντράκι

τι θα απογίνεις άραγε της Μνήμης Φυσαλίδα;

Μέσ της Πανδώρας το κουτί δεν έμεινε ελπίδα ..

 

  tamistas είπε...
τι θ' απογίνεις, άραγε, της μνήμης φυσαλίδα;
θα κάνεις παφ να ξοδευτείς, να κλείσεις σαν παγίδα;
σα φάκα των ονείρων μας; σα λύσσα των ιστών μας;
σαν κουρελάκι ανήμπορο των δύστυχων πιστών μας;

μήπως ποθείς να φουσκωθείς και σαν πεταλουδίτσα
ν΄αλλάζεις τόπο και σειρά να σκας στην αμμουδίτσα
να κρύβεσαι στην πλάτη μας, να ιδρώνει ο κυνηγός σου
κι ύστερα να βυθίζεσαι στα ύδατα της στυγός σου;
20 Σεπτεμβρίου 2011 12:13 π.μ.
Διαγραφή
  tamistas είπε...
- δε θ' απογίνω τίποτα· μονάχα παφ θα κάνω
να ξοδευτεί το είναι μου σαν άχρηστο ένα χάδι
που στα γιατί μόνο απαντά το διότι όταν το χάνω
συνάψεων εγκεφαλικών συμμάζεμα το βράδυ

αυτό είμαι, μοναχά, λοιπόν: της μνήμης η φουσκάλα
τα βράδια με τα όνειρα πάντα ταξινομούμαι
μα ο αγέρας που με πηλαλάει σε μια τρελή τρεχάλα
μου ψιθυρίζει: μ΄ένα παφ να σκάζεις θα σε δούμε
ΚΑΙ
ο  Θ.Ι....

 


Ανώνυμος Ο/Η Ανώνυμος είπε...
Mε ακηδειες και ονειρα
με μνημες και φουσκάλες
μπερδευτηκε η σκεψη μου
κι επεσε από τις σκαλες

για όλα οσα γραφετε
και για οσα αποσιωπάτε
ο Αυλωνιτης ειχε πει
"Που πατε ρε, που πατε;"

εκαθησα κι εσκεφτηκα
οτι δεν βγαινει ακρη
μα οσο το σκεφτομουνα
μας φορτωσαν τη Τζάκρη

Ως ποτε πια θα σκέφτομαι
το ένα και το άλλο
με κουρασε η φιλια μας
και θελω να στη βαλω
13 Οκτωβρίου 2015 - 8:44 μ.μ.

Θ.Ι  ΣΕ ΛΑΤΡΕΥΩ ,,,,,,ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΆ
 -ΟΠΩς ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΑΜΙΣΤΑ ΒΕΒΑΙΑ)


Διαγραφή

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

κατάθλιψη και Μελαγχολια



η Μελαγχολία ήταν η υπαρξιακή ασθένεια του Φαουστικού(ιδιοφυούς)  ανθρώπου:  Πλεονάζει ,δεν μπορεί να χωρέσει στην κοινοτοπία, στην μετριοτητα,,πνιγεται,θελει να πετάξει αλλά έχει τα φτερά σπασμένα ..
Η Μελαγχολική κατήφεια ενέχει απόλαυση όσο και Οδύνη . Ηδονή - Οδύνη.
Όμως η κατάθλιψη είναι ο ''εκδημοκρατισμός '' της Μελαγχολίας ..
 Δεν αφορά πια στις ιδιοφυίες και καλλιτεχνικές φύσεις αλλά στον κοινό μέσο ανθρωπάκο.  δεν έχει να κάνει με πλεόνασμα αλλά με το έλλειμμα, την έλλειψη που νιώθουμε σε σχέση με τις υψηλές και αντιφατικές προσδοκίες του καιρού μας .
 Η κατάθλιψη έχει να κάνει με την Ντροπή που δεν καταφέρνουμε να γίνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε.
Η κατάθλιψη είναι η αρρώστια του καιρού μας.
 Π.Θ ο Οιδιπους κρυφοβλεπει  

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη

εθνολαικισμός και Θεσσαλονίκη
στου ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου